Συνεντεύξεις

Ρωτάμε, απαντάνε!

Αβαγιανός: «Όταν όλοι έγραφαν στα στούντιο με ηλεκτρικά όργανα, εγώ απαίτησα να έχω φυσικό ήχο»

Γράφει η Θέλμα Καραγιάννη

Πόσα πράγματα χωρούν σε μία καλλιτεχνική ζωή που διατρέχει 5 δεκαετίες τουλάχιστον; Ο Νίκος Αβαγιανός άρχισε την καριέρα του σαν σπουδαστής της Δραματικής Σχολής, για να βρεθεί στη σκηνή ως χορευτής, ηθοποιός και τραγουδιστής. Χωρίς να αφήσει το τραγούδι, συνέχισε ως δημοσιογράφος, παρουσιαστής για πάνω από 2 δεκαετίες επιτυχημένης τηλεοπτικής εκπομπής, εμπνευστής και καλλιτεχνικός υπεύθυνος μεγάλων καλλιτεχνικών προγραμμάτων. Έχει συνεργαστεί με πολλά από τα πιο δημοφιλή ονόματα της ελληνικής δισκογραφίας, με περίφημους μουσικούς και... ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό!

Είχα τη χαρά να συνεργαστώ μαζί του σε ένα πλούσιο πρόγραμμα αναδρομής της πορείας του που παρουσιάστηκε την Άνοιξη που μας πέρασε στην Αθήνα και αποφάσισα να του ζητήσω τούτη εδώ τη συνέντευξη εφ' όλης της ύλης, εν όψει της τελευταίας (όπως ο ίδιος λέει) συναυλίας που θα παρουσιάσει στην Αθήνα με τον τίτλο «Τα τραγούδια της ξενιτιάς στο γύρισμα του χρόνου». Θα πραγματοποιηθεί μία μόνο συναυλία στις 30 Οκτωβρίου στο "Χυτήριο". Οι ενδιαφερόμενοι ας σπεύσουν!

Το κείμενο της συνέντευξης πλούσιο και απολαυστικό!

Νίκο, η ιστορία σου στα καλλιτεχνικά πράγματα πολύ μεγάλη. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Βγήκες πολύ μικρός στο “κουρμπέτι”, έτσι δεν είναι;

Πολύ μικρός, ναι.. 15-16 χρονών έδωσα εξετάσεις στην επιτροπή εξαιρετικών ταλέντων, γιατί τότε, για να μπεις στη Δραματική Σχολή, έπρεπε να έχεις τελειώσει το Γυμνάσιο. Πέρασα και τέλειωσα σχεδόν μαζί με το Γυμνάσιο και τη Σχολή. Έδωσα μεγάλη μάχη με τη μάνα μου τότε, γιατί δεν μου πλήρωνε τα έξοδα και τελικά τα κάλυψε ο γαμπρός μου, ένας άγιος άνθρωπος. Ωστόσο, εκείνη την εποχή ζητούσαν κομπάρσους στο “Ακροπόλ” που χόρευε μια φίλη μου και πήγα κι εγώ για ένα μεροκάματο, να συμπληρώνω για τα έξοδα. Ήταν ο Γιάννης ο Φλερύ, πήγα κι εγώ τελευταία σειρά, πίσω-πίσω. Σιγά σιγά ερχόμουν όλο και πιο μπροστά, παρόλο που δεν είχα κάνει ποτέ μου χορό. Φλερύ και Καστρινός τότε ήταν πραγματικά μαγεία!!!

Θυμάσαι ποιo ήταν αυτό το έργο;

Νομίζω λεγόταν «Η Δημοκρατία χορεύει». Ήταν επιθεώρηση της εποχής. Έπαιζε η Βλαχοπούλου, ο Σταυρίδης, η Νινή Τζάνετ, η Καίτη Μπελίντα, πολλοί... Το Kαλοκαίρι μεταφέρθηκε στο Θέατρο Εθνικού Κήπου, λεγόταν Βασιλικό Θέατρο τότε. Στη συνέχεια δούλεψα αρκετά και στο “Ακροπόλ” και στον Κήπο, όπως και με την Αλίκη και τον Παπαμιχαήλ στο ΡΕΞ, πάντα ως κομπάρσος τότε…….

Τότε μπορούσες να βρεθείς σε ένα μπαλέτο πιο εύκολα, χωρίς να έχεις γνώσεις χορού;

Όχι ακριβώς. Υποτίθεται πως με πήραν για κομπάρσο. Όμως, όπως έλεγε ο Φλερύ και μετά όλοι οι άλλοι χορογράφοι που δούλεψα μαζί τους, “έπαιρνα τα πόδια μου”, με αποτέλεσμα να έρχομαι όλο και πιο μπροστά. Μάλιστα κάποια στιγμή έφτασε στο Θέατρο Βέμπο, στους «Εραστές του Ονείρου» να γράφει η μαρκίζα “Σολίστ Νίκος Αβαγιανός”. Ο Δαλιανίδης με δήλωνε στο θέατρο ως χορευτή, γιατί το μεροκάματο του χορευτή ήταν μεγαλύτερο από εκείνο του ηθοποιού. Έπαιζα κιόλας στα μιούζικαλ του Δαλιανίδη και στο θέατρο και στο σινεμά, γιατί τότε τα θεατρικά έργα τα μετέφεραν στο σινεμά.

Τελειώνοντας τη Σχολή, δούλεψα με τον Γιώργο Οικονομίδη, (με τον οποίο δούλεψα και αργότερα ως τραγουδιστής πια), για τον οποίο έχω να πω τα καλύτερα, τη Σαπουντζάκη, τη Ρένα Ντορ και τον Αλέκο Λειβαδίτη στο Θέατρο Μπουρνέλη της Οδού Πατησίων, που δεν υπάρχει πια.

Τελειώνοντας τη Δραματική Σχολή εντάχθηκες στις παραστάσεις και σαν ηθοποιός, εκτός από χορευτής;

Ε, ναι, άρχισα να λέω πέντε κουβέντες σιγά σιγά. Μετά πήγα φαντάρος. Τον καιρό που έκανα το στρατιωτικό πήγα ένα βράδυ στο Θέατρο Κάβα στη Σταδίου, να δω τον φίλο μου τον Χρήστο Πολίτη, όπου στον θίασο Χατζίσκου - Νικηφοράκη πρωταγωνιστούσε στο έργο «Τσάι και Συμπάθεια». Εκεί ήθελαν έναν αντικαταστάτη του Χρήστου για την περιοδεία που θα έκαναν στην Ελλάδα. Με βλέπει ο Χατζίσκος, του λέει κι ο Χρήστος τα σχετικά... Μου δίνουν άδεια από το Στρατό και πηγαίνω στην περιοδεία με τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ήταν μια τεράστια εμπειρία για μένα.

Τα πράγματα στο θέατρο ήταν πιο ανθηρά τότε;

Εννοείται...πολύ πιο ανθηρά. Ήταν και άλλη η ποιότητα των ηθοποιών! Δεν μπορώ να το περιγράψω με λόγια.. Εγώ διδάχθηκα πολλά από τους ηθοποιούς δίπλα στους οποίους δούλεψα. Δεν λέω τη λέξη “συνεργάστηκα”, είναι άλλη κουβέντα αυτή. Κυρίως διδάχθηκα ήθος, όπως στη συνέχεια από τους μεγάλους τραγουδιστές δίπλα στους οποίους δούλεψα.

Συνέχισες στο θέατρο;

Ναι, βέβαια.. Η τελευταία φορά που δούλεψα στο θέατρο ήταν με την Έλλη Λαμπέτη στη «Γλυκιά Ίρμα». Συγκλονιστική εμπειρία...Την επόμενη σεζόν με φώναξε στο Θέατρο Διονύσια, όπου ανέβαζε με σκηνοθέτη το Μίνωα Βολανάκη το «Θείο Βάνια». Εκείνη την εποχή, με την προτροπή της καλής μου φίλης Δήμητρας Γαλάνη, αρχίζω μαθήματα φωνητικής, μόνο για να καλυτερέψω τον εαυτό μου στο θέατρο. Είχα μια εξαιρετική δασκάλα, τη Ρίτα τη Χριστοπούλου, στην οποία πήγαιναν όλες και όλοι οι τραγουδιστές τότε. Εγώ δεν ήμουν τραγουδιστής τότε, στο τραγούδι βγήκα από πλάκα.

Δηλαδή;

Κάποιοι συνάδελφοι με κορόιδευαν επειδή έκανα τραγούδι, ότι είχα ψώνιο να γίνω τραγουδιστής. Εμένα όμως δεν υπήρχε καθόλου στο μυαλό μου αυτό. Εγώ πήγαινα, για να καλυτερέψω τον εαυτό μου στο θέατρο, βλέποντας ότι είναι απαραίτητο να τραγουδάς στοιχειωδώς στο θέατρο, αλλά και ότι το μουσικό θέατρο έχει μέλλον στην Ελλάδα.

Οι συνάδελφοι, λοιπόν, με πήγαν ένα βράδυ στα μπουζούκια και, θέλοντας να μου κάνουν πλάκα, είπαν στο αφεντικό “Α, εκείνος εκεί στο τέλος του τραπεζιού τραγουδάει” κι εκείνος συμφώνησε να με ακούσει. Εγώ φυσικά δεν ήξερα τίποτα για αυτό… Στο τέλος μού το λένε και λέω ας πάω. Πλάκα εσείς, πλάκα κι εγώ...Πηγαίνω λοιπόν άνετος τη μέρα που μου είχε ορίσει να με ακούσει αλλά, ίσως και λόγω της πείρας από το θέατρο σε ένα μαγαζί άδειο, λειτούργησα σαν να είχα μαγαζί γεμάτο. Είπα δυο τραγούδια και σκεφτόμουν , φυσικά, από μέσα μου: “Καλά, σιγά μην πάρει εμένα”. Δεν είχα κανένα άγχος, ούτε και με ενδιέφερε και καθόλου. Παρόλα αυτά, στο τέλος γυρίζει και μου λέει “Πόσα θες;” (γέλια)

Άφησες το θέατρο, για να πας στο τραγούδι;

Ναι, δυστυχώς. Δε γινόταν παράλληλα, αν και θα το ήθελα πολύ. Πάντα η μεγάλη μου αγάπη είναι το θέατρο. Και τώρα που φτιάχνω εγώ τα προγράμματα και πριν επέλεγα τραγούδια που έχουν κάτι να πουν. Θεωρώ ότι το τραγούδι που έχει να πει κάτι είναι σαν θεατρικό μονόπρακτο και όλη η ιστορία, πέρα από το να είσαι στον τόνο σωστός, βρίσκεται στην ερμηνεία. Έτσι μ' αυτήν την έννοια, δεν θεωρώ τον εαυτό μου τραγουδιστή, αλλά έναν ηθοποιό που τραγουδάει…

Υπάρχει γενικά η άποψη ότι κάποια τραγούδια έχουν αποδοθεί καλύτερα από ηθοποιούς που τραγουδούν παρά από τραγουδιστές.

Θα σου πω ένα παράδειγμα. Το τραγούδι που για λόγους προσωπικούς εγώ αγαπώ περισσότερο από όλα είναι το «Κάτω απ' τη Μαρκίζα», που το έχει πει μοναδικά η Βίκυ Μοσχολιού. Δεν μου έχει αρέσει ποτέ από κανέναν και καμία άλλη που το έχει τραγουδήσει, εκτός από έναν ηθοποιό, τον Μίνωα Θεοχάρη, που το είπε στην τηλεόραση σε Χριστουγεννιάτικη εκπομπή. Θυμάμαι το Χατζιδάκι, που έλεγε για το «Θάλασσα Πλατιά» στην εκπομπή του Φρέντυ Γερμανού ότι γράφτηκε για την Αλίκη Βουγιουκλάκη και ότι σαν εκείνη δεν το έχει πει ούτε η Μούσχουρη. Άλλο παράδειγμα το «Δεν έχει αρχή» η το «Ούτε ένα ευχαριστώ» του Ξαρχάκου που κανείς δεν το είπε καλύτερα από την Καρέζη. Ερμηνευτικά ακούς την ιστορία του στίχου.

Νιώθεις ότι οι σύγχρονοι τραγουδιστές δίνουν πιο πολλή έμφαση στην τεχνική και όχι στην ερμηνεία;

Κοίταξε, οι πιο παλιοί τραγουδιστές ήταν βιωματικοί τραγουδιστές! Δηλαδή τραγουδιστές που έμπαιναν στο στούντιο και έλεγαν ένα τραγούδι όπως το ένιωθαν, μέσα από την ψυχή τους. Σήμερα οι νέοι τραγουδιστές δεν μπορεί να είναι βιωματικοί. Οι πιο πολλοί μελετούν βέβαια το τραγούδι και σκέφτονται την ερμηνεία “τι λέει εδώ, πρέπει να βάλω πόνο, τι λέει εδώ πρέπει να βάλω χαρά”.

Είναι άλλος ο τρόπος ζωής…

Μα δεν φταίνε τα νέα παιδιά, φταίει η εποχή… Υπάρχουν όμως και σήμερα πολύ καλοί τραγουδιστές. Δεν υπάρχουν όμως και μεγάλα τραγούδια και, λέγοντας αυτό, εννοώ συγκερασμό των 3 στοιχείων: σημαντικός στίχος, το ντύσιμό του με εξαιρετική μελωδία και η σπουδαία ερμηνεία.

Μάλιστα.. Ας ξαναγυρίσουμε πίσω εκεί που μείναμε, στην αρχή της τραγουδιστικής σου καριέρας. Η πρώτη σου δουλειά πού ήταν;

Σε ένα... after-άδικο της εποχής, του Λευτέρη Ψιλόπουλου. Εκεί δωδεκάμισι και μία τη νύχτα ήταν απόγευμα. Έχω φύγει από 'κει και εννιά το πρωί και δώδεκα και το μεσημέρι (γέλια).Την αμέσως επόμενη σεζόν συνεχίζω στο ίδιο μαγαζί και μου δίνει τα διπλά λεφτά.

Είχες πέραση...

Ναι...Στο ίδιο μαγαζί ήταν και ο Γιάννης Καραμπεσίνης με τη Μαίρη Μαράντη και ο Ψιλόπουλος είχε πάρει και την αδερφή του Βενάρδου, του ληστή, η οποία ήταν πολύ ωραία κοπέλα αλλά από φωνή.. τίποτα.

Οι γλάστρες της εποχής...

Είχε γράψει για εκείνην ο Ψιλόπουλος ένα τραγούδι αλλά δεν μπόρεσε ποτέ να το πει. Στο μαγαζί με έβγαζε μαζί της, για να τη βάζω στο ρυθμό, μόνη της δεν μπορούσε να το πει. Τελικά στο δισκάκι, που κυκλοφόρησε από την εταιρεία του Ψιλόπουλου, το τραγούδησα εγώ.

Μετά με φώναξαν στον Καρουσάκη, που ήταν στο φόρτε του τότε. Εκεί γνώρισα την Πίτσα Παπαδοπούλου, πριν από την εποχή των σουξέ της και γίναμε πολύ καλοί φίλοι, σαν αδέρφια, έως και σήμερα. Ήταν από τότε καταπληκτική τραγουδίστρια και δουλέψαμε πολύ μαζί. Μετά πήγα με τον Καφάση και μετά πάλι με τον Καφάση, την Πίτσα και την Άννα Χρυσάφη. Ύστερα πήγα λίγο στο Λονδίνο και μετά δούλεψα στο “Notturno” με το Μπιθικώτση και τη Χριστιάνα, με την οποία κάναμε πολλές συνεργασίες και πολύ καλή παρέα. Από 'κει με παίρνουν στο “Στορκ”, όπου στο σχήμα τραγουδούν η Μοσχολιού, ο Μητροπάνος και ο Πουλόπουλος και την επόμενη σεζόν προστίθενται ο Κόκοτας και ο Ζαμπέτας. Τη Μοσχολιού τη γνώρισα σαν θαυμαστής της το '69 και στη συνέχεια, γίναμε πολύ καλοί φίλοι και είμαστε μαζί μέχρι το τέλος. Όχι απλά φίλοι αλλά ήταν «αδερφή μου». Δύο σεζόν δούλεψα εκεί μαζί τους. Μετά στο “Amadeus” με το Μητροπάνο και την Ελπίδα... Πολλές δουλειές.

Από αυτά που ακούω καταλαβαίνω ότι υπήρχαν πολλά μαγαζιά νυχτερινής διασκέδασης στην Αθήνα και τότε ανάλογα με τον πληθυσμό.

Όχι όπως σήμερα. Ήταν λιγότερα και καλύτερα.

Καλύτερα από ποια άποψη;

Σαν περιβάλλον, σαν ποιότητα προγράμματος... Υπήρχε πρόγραμμα πρώτα απ' όλα, τώρα δεν υπάρχει. Θυμάμαι στη “Νεράιδα” δεν επιτρεπόταν να μπεις μέσα, αν δε φορούσες γραβάτα τουλάχιστο.

Εντάξει, αλλά ήταν διαφορετικός και ο αποδεκτός κώδικας εμφάνισης γενικότερα. Έχει αλλάξει η ζωή!

Έχει αλλάξει ναι αλλά τότε, εκτός των άλλων, δεν χόρευαν και στα τραπέζια.

Ναι.. Αυτό είναι όντως χυδαίο. Ποιες άλλες συνεργασίες είχες στη συνέχεια;

Ακολούθησαν δουλειές με ανθρώπους όπως με τη Τζένη Βάνου, το Ζαμπέτα, τη Σακελλαρίου, τον Τσιτσάνη και τη Μπέλλου στο “Χάραμα”, μετά πάλι με τη Μοσχολιού και τον Καλογιάννη στη Θεσσαλονίκη.

Πώς ήταν το πάλκο εκείνη την εποχή; Βλέπω στις παλιές ταινίες εικόνες που δεν έμοιαζαν με τις μεταγενέστερες. Οι ορχήστρες είχαν επωνυμία και η ποιότητα των παιξιμάτων διαφορετική.

Θα σου πω ένα παράδειγμα χαρακτηριστικό: Στο “Notturno”, είχαμε ορχήστρα 8-9 ατόμων, με μαέστρο τον Τζικ Νακασιάν. Στο “Στορκ” μετά, ήταν η δεκαμελής ορχήστρα του Σπύρου Παπαβασιλείου. Ο Χάρης ο Λυμπερόπουλος και ο Τάκης Μουσαφίρης, εξαιρετικοί ως μαέστροι και ως άνθρωποι. Υπήρχαν και μεγαλύτερες ορχήστρες, με 3 μπουζούκια, πνευστά, βιολιά. Τα 2 μπουζούκια πάντα απαραίτητα. Υπήρχαν και μεγαλύτερες, όπως η ορχήστρα του Κατσαρού με τον οποίο δούλεψα στα “Αστέρια” και στη “Νεράιδα”. Είχα την τύχη να γνωρίσω μεγάλους μαέστρους, όπως ο Γιώργος Μουζάκης και ο Λυκούργος Μαρκέας. Τι να σου πω… Μουσικάρες! Και αυτό που άκουγες ήταν αυτό που είχε μέσα η ψυχή τους.

Τότε υπήρχε ένας μεγαλύτερος σεβασμός των τραγουδιστών, ακόμα και των διάσημων, στους μαέστρους και τους μουσικούς εν γένει νομίζω.

Είναι αλήθεια αυτό. Και οι ηθοποιοί είχαν σεβασμό στους μουσικούς.

Έχεις συνεργαστεί και με τον Μίμη Πλέσσα.

Τον Πλέσσα τον είχα γνωρίσει στο θέατρο. Παρόλο που η ορχήστρα ήταν ζωντανή, είχαμε play back και έπρεπε να ανοιγοκλείνουμε το στόμα μας στα σημεία που είχε χορωδία. Ο μόνος που ακουγόμουν ήμουν εγώ γιατί τραγουδούσα πραγματικά. Αυτό το είχε παρατηρήσει ο Πλέσσας. Κάποια στιγμή και, ενώ είμαι πια στο τραγούδι, με παίρνει μαζί του για συναυλίες στη Νέα Υόρκη. Το συμβόλαιο ήταν για 6 μήνες, εγώ όμως στους 2 γύρισα πίσω, γιατί έμπαινε και το καλοκαίρι στην Ελλάδα. (Γέλια). Πήγα πάλι στη Θεσσαλονίκη και δούλεψα με τον Διονυσίου και το Μητσιά.

Κι ερχόμαστε με τα πολλά στη Θεσσαλονίκη... Εσύ έχεις καταγωγή από εκεί;

'Οχι, εγώ έχω καταγωγή από τη Λήμνο και γεννήθηκα στην Αθήνα. Έζησα όμως 24 χρόνια στη Θεσσαλονίκη.

Πρακτικά έγινες Σαλονικιός λοιπόν...

Πήγα εκεί με τη Μοσχολιού και τον Καλογιάννη. Από τη Βίκυ γνωρίστηκα με έναν επιχειρηματία που είχε ένα μαγαζί στην Πάρο, όπου δούλεψα 4 καλοκαίρια συνέχεια. Εκεί έκανα και το δίσκο μου “Οδός Ελλάδος”. Από το TV Μακεδονία είδαν μία συνέντευξή μου στο “7 μέρες TV”, είδαν ότι είμαι και ηθοποιός και μου ζήτησαν να κάνω μια εκπομπή χριστουγεννιάτικη.

Ήταν η δεύτερη χρονιά μου στη Θεσσαλονίκη και, παρόλο που ήμουν άγνωστος ακόμα εκεί, η εκπομπή είχε μεγάλη επιτυχία και βρέθηκα να παρουσιάζω και την πρωτοχρονιάτικη εκπομπή. Μετά μου ζήτησαν να κάνω μια εκπομπή πάνω στον ελληνικό κινηματογράφο, ένα θέμα που κατείχα, αλλά τους φάνηκε ότι στοιχίζει πολύ. Μου προτάθηκε εκπομπή με συνεντεύξεις καλλιτεχνών, που έως τότε την έκανε κάποια κοπέλα που πήγε σε άλλο κανάλι. Εμένα μου φάνηκε ότι ήταν δουλειά δημοσιογράφου και δεν ήξερα αν θα τα κατάφερνα. Έκανα όμως λάθος. Κανένας δημοσιογράφος δεν μπορεί να κάνει συνέντευξη σε έναν καλλιτέχνη καλύτερα από έναν άλλο καλλιτέχνη. Τους έκανα λοιπόν αυτή την εκπομπή αλλά “εκβιαστικά”. Θα σου πω με ποιο τρόπο!

Εγώ εκείνο που ήθελα ήταν να κάνω εκπομπή για την Παράδοση. Πάντα αγαπούσα την Παράδοση. Τα καλοκαίρια πήγαινα πάντα στο "Θέατρο της Δώρας Στράτου". Ο παππούς μου ήταν λαϊκός οργανοπαίκτης και έπαιζε όλα τα όργανα στη Λήμνο.

Με κορόιδευαν “τι τα θες τα βλάχικα”... Παρόλα αυτά κάνω την πρώτη εκπομπή με παραδοσιακά, είχε τεράστια τηλεθέαση. Κι έτσι ξεκίνησε κι αυτή η εκπομπή!

Τις συνεντεύξεις τις έκανα 1 χρόνο και τις άφησα, αλλά στο διάστημα αυτό είχα την τύχη να με εμπιστευτούν σπουδαίοι καλλιτέχνες. Η αρχή έγινε με τη Γλυκερία, που ήδη είχε γίνει μεγάλο όνομα. Ήμασταν φίλοι και με εμπιστεύτηκε ότι θα κάνω τη συνέντευξη, όπως πρέπει. Ακολούθησαν ο Γιάννης Βογιατζής, η Ελένη Βιτάλη, ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας.. Μετά έκανα στη Μοσχολιού, στο Μητσιά.. σε πολλούς τέλος πάντων. Όμως αργότερα σταμάτησα, δεν ήθελα να συνεχίσω αυτή την εκπομπή. Ήθελα εκείνη με τα παραδοσιακά, την οποία κράτησα για 10 χρόνια στο TV Μακεδονία και δώδεκα χρόνια στη Δημοτική Τηλεόραση Θεσσαλονίκης. Εκπομπή με 3 βραβεία στα τηλεοπτικά βραβεία του Έθνους T.V, με τεράστιες τηλεθεάσεις! Ήμουν ο πρώτος που ξεκίνησε αυτού του είδους τις παραδοσιακές εκπομπές στη Βόρεια Ελλάδα . Έτσι με έμαθε και με αγάπησε ο κόσμος στη Θεσσαλονίκη, μέσω των εκπομπών.

Μελέτησες ιδιαίτερα την παραδοσιακή μουσική για τις ανάγκες της εκπομπής;

Να σου πω… Όταν άρχισα τις εκπομπές με την Παράδοση ήμουν ειλικρινής. Είπα στον κόσμο “Δεν ξέρω, αγαπώ πολύ το είδος, αλλά θα μάθω μέσα από εσάς”.

Έκανα και κάτι άλλο που δεν γινόταν σε ανάλογες εκπομπές στην Αθήνα: 'Εδωσα βήμα στους δασκάλους των χορευτικών και στους προέδρους των συλλόγων να μιλήσουν οι ίδιοι. Με το πέρασμα του χρόνου έμαθα πολλά κι εγώ και διαμόρφωσα μια προσωπική άποψη. Υπήρχε ένας δάσκαλος που ήταν και είναι ακόμα καθηγητής στα ΤΕΦΑΑ της Θεσσαλονίκης, από τον οποίο έχουν περάσει όλοι οι καλοί δάσκαλοι που υπάρχουν σήμερα στους συλλόγους: Είναι ο κύριος Γιάννης Πραντσίδης, τον οποίο συνάντησα πρόσφατα στο Αιγίνιο, απ' όπου κατάγεται και είχαμε κάνει εκεί και εκπομπές και συναυλίες. Ο κ. Πραντσίδης έχει εκδώσει ένα πολύ καλό βιβλίο με όλες τις αναλύσεις των χορών και 2 DVD. Ο ίδιος είναι εξειδικευμένος στους χορούς της Ανατολικής Ρωμυλίας, τον οποίο ευχαριστώ ειλικρινά που τον γνωρίζω και με τιμά με τη φιλία του.

Και σαν ερμηνευτής ασχολήθηκες με το παραδοσιακό τραγούδι. Πριν από τις εκπομπές τραγουδούσες παραδοσιακά; Έχεις κάνει δίσκο με παραδοσιακοφανή κομμάτια...

Πριν από τις εκπομπές ήδη είχα ηχογραφήσει την “Οδό Ελλάδος”, όπου συμμετέχει σε 2 τραγούδια και η Βίκυ. Εξαιτίας του δίσκου και της συνέντευξής μου, με φώναξαν στην τηλεόραση. Τότε, σε μια εποχή που όλοι έγραφαν στα στούντιο με ηλεκτρικά όργανα, εγώ απαίτησα να έχω φυσικό ήχο.

Το θεωρώ πολύ σημαντικό και πρωτοπόρο σε σχέση με την -κατά τη γνώμη μου- άθλια αισθητική της εποχής εκείνης όσον αφορά στα τραγούδια αυτά.

Έχουν παίξει πολύ σημαντικοί μουσικοί. Ένας από αυτούς, ο Δημήτρης ο Καπηλίδης που είχε κάνει και την ενορχήστρωση του δίσκου μου είπε “Είναι η πρώτη φορά που καθοδηγήθηκα από τραγουδιστή”. Αυτό, γιατί ήξερα τί ήθελα. Όταν στο στούντιο έγραφε ο Νίκος Οικονομίδης μια μπαλάντα “Στα Πέρατα του Κόσμου”, τού λέω: “Νίκο μου, δεν μπορώ να σου πω μουσικά, μπορώ να στο δώσω με εικόνες. Φαντάσου ένα βιολιστή σε ένα λιμάνι που κλαίει”. Αμέσως μου έπαιξε αυτό που ήθελα. Το ίδιο έγινε και με τον Τάσο Καρατάσο που έπαιξε σαντούρι. Του ζήτησα να παίξει κάτι που να μοιάζει με τον κυματισμό της θάλασσας... Βρε παιδί μου, το έπαιξε ακριβώς όπως το είχα στο μυαλό μου.

Θαυμάσια ιστορία...

Να σου πω επίσης ότι όλα αυτά τα χρόνια έκανα αμέτρητες συναυλίες, όχι μόνο στη Βόρειο Ελλάδα αλλά και σε άλλα μέρη, κυρίως στα νησιά, με μια μπάντα που είχα μόνιμα και από την οποία πέρασαν μουσικοί που διαπρέπουν σήμερα: Ο Κυριάκος Γκουβέντας, ο Ανδρέας Κατσιγιάννης, ο Μάνος Κουτσαγγελίδης, ο Δημήτρης Μυστακίδης, που παίζουν και στα cd μου. Εγώ θεωρώ ότι κάναμε πανηγύρια, με την ποιοτική έννοια, όχι όπως τα σκυλοπανηγύρια, που γίνονται μέχρι τώρα. Στο τέλος για τους λίγους που έμεναν λέγαμε κι άλλα τραγούδια. Χατζιδάκη, Ξαρχάκο, Θεοδωράκη κλπ.

Τώρα τα λένε στην καλύτερη περίπτωση στην αρχή με το φαγητό.

Εκεί εγώ τραγουδούσα όσα παραδοσιακά ήξερα και έμαθα κι άλλα για τις ανάγκες της δουλειάς. Αν είχα μαζί μου κάποιο κατ' εξοχήν παραδοσιακό τραγουδιστή, τα έλεγε εκείνος. Όπως τη Νίτσα Τσίτρα που συμμετέχει και σ' ένα διπλό cd από μια συναυλία. Ήταν η αρχόντισσα του παραδοσιακού τραγουδιού στη Μακεδονία. Ή αν είχα μαζί μου τη Μαριώ, θα έλεγε εκείνη τα ρεμπέτικα. Έχω γενικά μια ευελιξία στο ρεπερτόριο και ακουμπάω και δύσκολα πράγματα. Από αυτό διδάσκομαι κιόλας.

Έχεις φτιάξει πολλά και αξιόλογα προγράμματα και στη Θεσσαλονίκη και εδώ.

Στη Θεσσαλονίκη έκανα 3 παραστάσεις για τα “Δημήτρια”.

Ανέβασα πρώτα το “Ζει;”, που ήταν ένας αγαπημένος μου δίσκος του Μίμη Πλέσσα και του Κώστα Βίρβου, που απαγορεύτηκε από τη Χούντα, μόλις κυκλοφόρησε. Το “Ζει;” αναφέρεται στη Χάρτινη Πολιτεία του Καραγκιόζη με πολλά μηνύματα. Οπότε ανέβασα στα “Δημήτρια” μια πολυμορφική παράσταση με Θέατρο Σκιών, με μεγάλη χορωδία, τα χορευτικά του Δήμου Θεσσαλονίκης... Έγινε ολόκληρο θεατρικό έργο, με κείμενα γραμμένα πάνω σε κάθε τραγούδι. Ήταν και ο Πλέσσας εκεί. Του είχα ζητήσει την άδεια να το ανεβάσω και μας είχε δώσει τις παρτιτούρες. Στο τέλος μου είπε: “Δεν περίμενα να δω αυτό που είδα. Περίμενα να ακούσω μόνο τα τραγούδια”.

Έκανες και το αφιέρωμα στη Βίκυ Μοσχολιού, που παρουσίασες και εδώ. Είναι γνωστό ότι σας έδενε μεγάλη στοργή και φιλία.

Μόλις είχε φύγει η Βίκυ, όταν έγινε η παράσταση.. Οι παραστάσεις στα “Δημήτρια” προγραμματίζονται από νωρίς και αυτή είχε κανονιστεί από το Φθινόπωρο του προηγούμενου χρόνου. Μου το είχαν ζητήσει, όταν δούλευα μαζί της στο Καζίνο στην τελευταία της εμφάνιση με την προοπτική να τραγουδήσει η ίδια. Τελικά έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα έγινε αφιέρωμα. Αν είχε ήδη φύγει η Βίκυ, όταν μου το πρότειναν, δεν θα το έκανα.

Έκανα και άλλες πολύ καλές δουλειές, όπως στο Θεάτρο κήπου τα παραδοσιακά τραγούδια της Άνοιξης, στο Θέατρο του Δίον και στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης.

Η πρώτη παράσταση στην Αθήνα ήταν το αφιέρωμα εκείνο στη Βίκυ Μοσχολιού. Μεγάλη επιτυχία, ουρές απ' έξω. Έγινε δεύτερο μέρος της παράστασης μετά από αυτό. Ενδιάμεσα κάνω μία από τις καλύτερές μου παραστάσεις, το “Κάποιο Ρεφραίν” με την Μαρία Κανελλοπούλου, την Πένυ Ξενάκη και το Νίκο Καρακαλπάκη, με αφιέρωμα στο θέατρο από το 1920 μέχρι σήμερα. Η παράσταση επαναλήφθηκε άλλες 5 φορές. Επίσης έκανα το “Τραγούδα Γειτονιά μου”, αφιέρωμα στην γειτονιά που έχει πια χαθεί, 2 αφιερώματα για τη Μέρα της Γυναίκας.

Όλες οι παραστάσεις που έκανα στην Αθήνα είχαν κάποιο θέμα, όχι σκόρπια τραγούδια. Και κάναμε και μαζί το πρόγραμμα αναδρομής στην πορεία μου στο μπαράκι της Διδότου.

Να πούμε και τα τραγούδια της ξενιτιάς, που θα παρουσιαστεί αυτές τις ημέρες και στην Αθήνα;

Ναι! Παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη με τη Λένα Αλκαίου, το Δημήτρη Μπάση, Ορχήστρα 10 ατόμων και τα χορευτικά του Δήμου Θεσσαλονίκης. Η Λένα μού έβαλε την ιδέα να την παρουσιάσουμε και στην Αθήνα. Χωρίς χορευτικά και με μικρότερη ορχήστρα. Θα έχουμε στο τραγούδι τη Λένα, τη Νάντια Καραγιάννη, την Ελένη Τσέτη, το Γιώργο Σαρρή, το Θωμά Μασούρα κι εμένα.

Το θέμα και ο λόγος των τραγουδιών είναι αρκετά δυνατά στοιχεία και χωρίς τα χορευτικά. Στις 30 του μήνα στο "Χυτήριο";

Ναι... Να πω ότι θα συμμετάσχουν οι μουσικοί: Παναγιώτης Μπουζέας στο μπουζούκι, Νίκος Βερύκοκκος στο βιολί, Νίκος Κούρος στο πιάνο, Αρετή Κοκκίνου στην κιθάρα και ο Κώστας Φωστηρόπουλος από τη Θεσσαλονίκη στο ακορντεόν, ο οποίος είχε επιμεληθεί μουσικά την πρώτη παρουσίαση στη Θεσσαλονίκη αυτής της παράστασης.

Καλή επιτυχία. Θα είμαστε εκεί...

Θέλω να πω ότι αυτή είναι η τελευταία παράσταση που κάνω στην Αθήνα. Θες λίγο η κούραση, λίγο η απογοήτευση από τους εδώ συναδέλφους.... Αυτή είναι απόφαση ζωής! ΤΕΡΜΑ τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα μουσικοκαλλιτεχνικά δρώμενα της Αθήνας. Αυτό δε σημαίνει ότι θα σταματήσω να ετοιμάζω νέα πράγματα. Ας πούμε στη Θεσσαλονίκη και στην Περιφέρεια γενικότερα μου ζητάνε ακόμα παραστάσεις. Ή κάτι σχετικό με το θέατρο, για το οποίο έχω δώσει μάχες. Κάτι υπάρχει... Είμαι σε μια φάση που ψάχνομαι με φίλους και καλούς συνεργάτες για μια νέα δισκογραφική δουλειά.

Εύχομαι το καλύτερο σε ό,τι ετοιμάζεις...

    ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

    Αβαγιανός: «Όταν όλοι έγραφαν στα στούντιο με ηλεκτρικά όργανα, εγώ απαίτησα να έχω φυσικό ήχο»
    Αβαγιανός: «Όταν όλοι έγραφαν στα στούντιο με ηλεκτρικά όργανα, εγώ απαίτησα να έχω φυσικό ήχο»
    Αβαγιανός: «Όταν όλοι έγραφαν στα στούντιο με ηλεκτρικά όργανα, εγώ απαίτησα να έχω φυσικό ήχο»
    Αβαγιανός: «Όταν όλοι έγραφαν στα στούντιο με ηλεκτρικά όργανα, εγώ απαίτησα να έχω φυσικό ήχο»
    Αβαγιανός: «Όταν όλοι έγραφαν στα στούντιο με ηλεκτρικά όργανα, εγώ απαίτησα να έχω φυσικό ήχο»
    Αβαγιανός: «Όταν όλοι έγραφαν στα στούντιο με ηλεκτρικά όργανα, εγώ απαίτησα να έχω φυσικό ήχο»
    Αβαγιανός: «Όταν όλοι έγραφαν στα στούντιο με ηλεκτρικά όργανα, εγώ απαίτησα να έχω φυσικό ήχο»
    Αβαγιανός: «Όταν όλοι έγραφαν στα στούντιο με ηλεκτρικά όργανα, εγώ απαίτησα να έχω φυσικό ήχο»
    Αβαγιανός: «Όταν όλοι έγραφαν στα στούντιο με ηλεκτρικά όργανα, εγώ απαίτησα να έχω φυσικό ήχο»
    Αβαγιανός: «Όταν όλοι έγραφαν στα στούντιο με ηλεκτρικά όργανα, εγώ απαίτησα να έχω φυσικό ήχο»
    Αβαγιανός: «Όταν όλοι έγραφαν στα στούντιο με ηλεκτρικά όργανα, εγώ απαίτησα να έχω φυσικό ήχο»
    Αβαγιανός: «Όταν όλοι έγραφαν στα στούντιο με ηλεκτρικά όργανα, εγώ απαίτησα να έχω φυσικό ήχο»
    Αβαγιανός: «Όταν όλοι έγραφαν στα στούντιο με ηλεκτρικά όργανα, εγώ απαίτησα να έχω φυσικό ήχο»
    Αβαγιανός: «Όταν όλοι έγραφαν στα στούντιο με ηλεκτρικά όργανα, εγώ απαίτησα να έχω φυσικό ήχο»
    Μοιραστείτε το άρθρο:

    Σχολιάστε

    ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

    Λέντζος: «Το νέο και το μεγάλο τίποτα δεν μπορεί να το σταματήσει. Θα σπάσει τα στεγανά και θα βγει».

    Γράφει η Αρετή Κοκκίνου Τριάντα χρόνια δισκογραφικής παρουσίας,...

    Συνέχεια

    Ανδρονίκου: «Πιστεύω στην ελευθερία επιλογών του νέου καλλιτέχνη».

    Γράφει η Αρετή Κοκκίνου Πολλές φορές έχει τονιστεί (όχι μόνο από εμένα) η συστηματική μη προβολή...

    Συνέχεια

    Γεωργίου: «Η έμπνευση έρχεται από τα πιο απροσδόκητα πράγματα»

    Γράφει η Μίνα Μαύρου Η Χριστίνα Γεωργίου είναι μία νέα καλλιτέχνις...

    Συνέχεια

    Κορκολής: «Η μουσική είναι μία και δεν έχει ταμπέλες»

    Γράφει η Μίνα Μαύρου « Ο σκοπός αυτής της συναυλίας...

    Συνέχεια

    Πρωτοψάλτη: Η αγάπη του κόσμου με κάνει να νιώθω πως έχω ζήσει 2 ζωές!

    Γράφει η Λένα Λουλούδη H Άλκηστις Πρωτοψάλτη, με αφορμή τη συναυλία...

    Συνέχεια

    Κορίνα Λεγάκη: «Μέσα από τα τραγούδια υποδυόμαστε ρόλους»

    Η Κορίνα Λεγάκη συναντιέται με τη Θέλμα Καραγιάννη στην ΕΡΤopen και μιλά για το «Μosaic», την κοσμοπολίτικη άποψη που οφείλει να...

    Συνέχεια

    Πασχάλης: «Όλες οι εποχές είναι κατάλληλες για μια νέα ιδέα»

    Γράφει η Μίνα Μαύρου Λίγο πριν καλωσορίσουμε επίσημα το καλοκαίρι, έχουμε την ευκαιρία...

    Συνέχεια

    Άννινος: «Πάντα θα υπάρχει χώρος,για να γραφτούν όμορφες μουσικές»

    Γράφει η Αρετή Κοκκίνου Ο Στάθης Άννινος είναι από τους νέους ταλαντούχους μουσικούς...

    Συνέχεια

    Λούλατζης: «Το καλό τραγούδι μιλάει στις ψυχές των ανθρώπων».

    Γράφει η Αρετή Κοκκίνου Νέος...

    Συνέχεια