Αφιερώματα

Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι

Νίκος Πλατύραχος:«Ό,τι δεν πέτυχαν τα ξερονήσια και οι εκτελέσεις το πέτυχε η δεκαετία του '80 με την απλή εξαγορά»

(ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ- ΑΦΙΕΡΩΜΑ)

Γράφει η Αρετή Κοκκίνου

Οι μουσικές του Νίκου Πλατύραχου ήταν από τις πρώτες μου γνωριμίες με την τρέχουσα ελληνική ορχηστρική μουσική. Το έργο του γνωστό, μεγάλο και διεθνούς εμβέλειας, περιλαμβάνει ολοκληρωμένα έργα ορχηστρικής μουσικής, κινηματογραφικά sountrack, διεθνείς βραβεύσεις, συνεργασία με σημαντικές Oρχήστρες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Αξίζει να αναφερθεί για όσους δεν το γνωρίζουν ότι είναι και ο συνθέτης του σήματος του Δευτέρου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας!

Μετά από όλα αυτά, με ιδιαίτερη χαρά κανονίσαμε συνάντηση για συνέντευξη στο "Μουσικόγραμμα", με αφορμή την πρόσφατη δουλειά του “Μαύρη μπογιά στο Μάρμαρο” (στίχοι: Δημήτρης Λέντζος, μουσική:Νίκος Πλατύρραχος, ΜLK 2018). Παρά το μεγάλο όγκο δημιουργιών του, η ενασχόλησή του με το τραγούδι είναι πρόσφατη, με σημαντικό ρόλο σε αυτό να παίζει, όπως ο ίδιος λέει, η γνωριμία και συνεργασία του με το στιχουργό και ποιητή Δημήτρη Λέντζο, αλλά και η εμπιστοσύνη και υποστήριξη σημαντικών νέων και καταξιωμένων ερμηνευτών, όπως του Γιώργου Νταλάρα και άλλων μουσικών συνεργατών.

Η απλότητα, το φωτεινό του χαρακτήρα του και ο εμπεριστατωμένος λόγος του δημιούργησαν μια αβίαστη συζήτηση, ξεκινώντας από τη “Μαύρη μπογιά στο Μάρμαρο” και καταλήγοντας σε θέματα γενικού ενδιαφέροντος για την τροπή του ελληνικού τραγουδιού σε σχέση με το συνολικό κοινωνικό γίγνεσθαι. Γιατί οι δημιουργοί πάνω από όλα είναι άνθρωποι με άποψη!

Υπάρχουν τόσα να πω για τη δουλειά σου, που δεν ξέρω από πού να πρωτοαρχίσω... ξεκινάω από τα πρόσφατα και το “φαινόμενο Λέντζος”, μιας και υπάρχει η πρόσφατη κοινή σας δουλειά.

Ωραία αρχή, γιατί “Εν αρχή ην ο λόγος”, έτσι κι αλλιώς.... Πρόκειται πράγματι για φαινόμενο, όπως το είπες, αλλά θα σου πω λίγο και την προσωπική μας ιστορία. Είχα και έχω φιλία με τον τραγουδιστή Κώστα Βασιλιάγκο, έναν άνθρωπο που εκτιμώ βαθειά, έχουμε παλιά επαφή σχέση και συνεργασία σε διάφορα πράγματα ...

Μια φορά που ήταν να πιούμε καφέ σε ένα ωραίο στέκι σε ένα πεζόδρομο στο Παγκράτι, μού σύστησε τον Λέντζο, ο οποίος ήταν επίσης θαμώνας εκεί. Ο Λέντζος, έτσι όπως είναι εξωστρεφής, άρχισε να μου διαβάζει διάφορα πράγματα δικά του. Πολύ ωραία ήταν, με είχε προετοιμάσει, βέβαια και ο Κωστής. Του είπα να ξαναβρεθούμε, να πιούμε κι έναν καφέ παραπάνω , να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε.

Ήταν η χρονική περίοδος που σχεδόν είχα τελειώσει τα “Αστεγα” (σημ. “Τα “Αστεγα” κυκλοφόρησαν το 2015 από τη Feelgood Records με βασικό ερμηνευτή το Γιώργο Νταλάρα).

Συναντηθήκαμε λοιπόν με τον Λέντζο και μου έφερε ένα μεγάλο υλικό δικό του, 30-40 κομμάτια, από τα οποία αυτοστιγμή σχεδόν πήρα 3, τα έφτιαξα αμέσως και τα βάλαμε και αυτά στα “Αστεγα”. Μη σου πω ότι ήταν και από τα πιο πετυχημένα και του Νταλάρα του αρέσανε πολύ.

Στο νήμα, θα έλεγε κανείς έγινε η συνεργασία αυτή. Τα “Άστεγα” εξεδόθησαν, είχαν μια καλή πορεία, το θεατροποιήσαμε κιόλας και σε κάθε κίνηση ο Λέντζος ήταν πάντα παρών, αρωγός και ψυχοδότης, θα έλεγε κανείς. Ενέσκυψα στο υπόλοιπο υλικό του, το οποίο μου πυροδότησε μια άκρατη διάθεση μελοποίησής του, παρότι δεν είναι το γήπεδό μου, εγώ πιο πολύ με ορχηστρικές μουσικές καταγινόμουν, αυτή ήταν η αγάπη και το μετερίζι μου.

Εγώ σε πρωτογνώρισα με τις κινηματογραφικές μουσικές σου...

Ναι, το τραγούδι δεν το είχα τόσο “γυμνάσει”, το οποίο είναι πολύ μεγάλο θέμα ισοβαρές, μη σου πω και παραπάνω, σε σχέση με τα υπόλοιπα είδη, τα υποτίθεται σπουδαγμένα μουσικά. Πρέπει να περιέχει πολλή ουσία και πυρηνική δύναμη. Τα “Άστεγα” ήταν η πρώτη μου σοβαρή απόπειρα να μελοποιήσω στίχους άλλων. Ο Λέντζος μού έδωσε αυτή την δυνατότητα και αφορμή, με ένα ολοκληρωμένο υλικό δικό του, το οποίο έφτιαξα όλο, ένα την ημέρα. Από καμμιά τριανταριά, σαρανταριά κομμάτια δεν έμεινε κανένα! Στον επόμενο καφέ διαλέξαμε αυτά που μας άρεσαν περισσότερο και προέκυψε ο δίσκος “Μαύρη μπογιά στο Μάρμαρο” .

Ο τίτλος “Μαύρη μπογιά στο Μάρμαρο” πώς προέκυψε; Υπάρχει ομότιτλο κομμάτι;

Όπως καταλαβαίνεις, ο τίτλος, έχει μια διάθεση αιρετική. Υπάρχει ομότιτλο τραγούδι που έχει τη διάθεση μανιφέστου, συνθήματος και αντιμετωπίζεται έτσι μουσικά. Έχει ένα κουπλέ ραπ και ένα ρεφραίν ζεϊμπέκικο που τουμπάρει όλη την προηγούμενη ατμόσφαιρα και συγχρωτίζεται λίγο με αυτή την λίγο αναπάντεχη κατάσταση του πεζοδρομίου..

Είχατε και μία ακόμα συνεργασία με τον Λέντζο, στο δίσκο της Γεωργίας Αγγέλου («Κι έτσι αρχίζει το Τικ Τακ». 2017, Ogdoo Music)

Ναι, βέβαια. Το κομμάτι, “Το Σωστό”... Προέκυψε από μια επικοινωνία που είχα με τη Νάνσυ Κανέλλη που επιμελείτο το δίσκο αυτόν και μου ζήτησε αν έχω κάποιο κομμάτι. Με τη Νάνσυ έχω πολύ καλή φιλική επαφή και εκτίμηση και μια και φτιάχναμε όλα αυτά με τον Λέντζο, της είπα ότι έχω ένα τραγούδι που ίσως μας κάνει. Της το έστειλα και πράγματι το ενέταξε στο δίσκο. Τα κορίτσια το προσέγγισαν με ένα πιο σύγχρονο τρόπο, εμείς δώσαμε λίγο πιο swing χαρακτήρα που βγάζει νομίζω το σαρκασμό που περιέχει του κομμάτι αυτό, με αναφορά στους μύθους του Αισώπου και όλα αυτά.

Από τόσο υλικό που είχατε μαζί νομίζω πως όλο και κάτι θα βρισκόταν... Έθιξες προηγουμένως τη στροφή που έκανες από τα ορχηστρικά στην ενασχόλησή σου με το τραγούδι. Και “Τα Άστεγα” και η “Μαύρη μπογιά στο Μάρμαρο” χαρακτηρίζονται από τη χρήση του ρεμπέτικου ιδιώματος υπό μια νέα οπτική. Υπήρχε λόγος για την μουσική επιλογή αυτή, λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά του ρεμπέτικου;

Για να απαντήσω στην ερώτηση, επιστρέφω στην έννοια “τραγούδι”, το οποίο είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο, μια υπόθεση που μοιάζει σαν να βυθίζεσαι σε μια μαρμίτα με μαγικό φίλτρο ολόκληρος και να ξημεροβραδιάζεσαι έτσι επί πολύ καιρό, ώσπου να εμποτιστείς αρκετά και να νιώθεις ικανός να το κάνεις αυτό. Όποιες και να είναι οι σπουδές σου, δεν καλύπτεσαι γι' αυτό. Το τραγούδι ήταν απωθημένο μου από παλιά. Ήθελα να το κάνω, αλλά δε θεωρούσα τον εαυτό μου ικανό. Ίσως και γιατί κάποια στιγμή να το υποτίμησα σαν είδος, να μου φαινόταν εύκολο, ενώ δεν είναι καθόλου.

Το ρεμπέτικο από την άλλη μεριά ήταν ένα άλλο απωθημένο που υπήρχε μέσα μου από τα παιδικά μου χρόνια, λόγω της οικογένειας και της αγωγής μου. Ο πατέρας μου ήταν πολύ μερακλής με αυτά τα πράγματα και τα έμαθα από τότε που γεννήθηκα. Αυτό το υλικό λοιπόν αναμοχλεύετο μέσα στη σκέψη μου και στο "είναι" μου, θέλοντάς και μη σχεδόν. Έφτασα και ένα σημείο ωριμότητας, γιατί καθετί, για να σε ακουμπήσει χρειάζεται χρόνο, δεν μπορείς 5 χρονών π.χ. να ακούσεις Τσιτσάνη εύκολα, όπως δεν μπορείς να διαβάσεις Καζαντζάκη ή Όμηρο.

Όταν έφτασε η στιγμή ωριμότητας, λοιπόν, το υλικό αυτό “εξερράγη” μέσα μου με μια δύναμη που δεν καταλάγιασε ποτέ. Στην πορεία ποτίστηκα και από άλλη μουσικά είδη, όπως το ragtime του Scott Joplin. Αυτό ήταν επίσης μια αποκάλυψη, γιατί σαν είδος είχε τις ίδιες καταβολές, πάλι από το πεζοδρόμιο και τον υπόκοσμο προέκυψε. Υπάρχει μια κοινωνιολογική καταβολή πανομοιότυπη και αυτό εκφράζεται και στην μουσική. Ήταν λοιπόν και τα δύο αυτά είδη στο μυαλό μου και κάποια στιγμή προέκυψε να συνδυαστούν σε ένα κράμα. Ήθελα να προσθέσω ότι το ragtime, όπως και το ρεμπέτικο, έχει πολλές νέες εκφράσεις. Κοίτα τi γίνεται σήμερα με το swing ρεμπέτικο.

Είναι μια τάση που δημιούργησε μεγάλο ενδιαφέρον και ίσως υπερβολική πληθώρα διασκευών, ως μόδα. Πώς σου φαίνεται όλο αυτό;

Κοίτα να δεις, ωραίο μου φαίνεται. Το ότι υπάρχει είναι καλύτερο από το να μην υπήρχε, ας αρχίσουμε από εκεί.

Ναι, αλλά όλη αυτή η μανία να παίζονται τα πάντα swing;

Ένα ρεύμα είναι, όπως το βλέπω, και δεν ξέρω αν θα υπάρχει για πάντα και σε τι βαθμό.

Νομίζω πως θα πάρει τη θέση που του αξίζει μέσα στην ιστορία. Ο χρόνος είναι ο μόνος δείκτης, ό,τι και να πούμε εμείς. Ο χρόνος είναι που έχει φέρει ένα κομμάτι του Βαμβακάρη μετά από 80 χρόνια να ακούγεται ως σημερινό. Μόνο ο χρόνος το καταξιώνει. Ποιος το ήξερε τότε ότι η "Φραγκοσυριανή" π.χ. θα έφτανε να ενυπάρχει σήμερα στην ψυχή μας; Το ίδιο και τώρα. Αυτές οι απόπειρες μού αρέσουν, μού χαϊδεύουν το αυτί, αλλά δεν μπορούν να πάρουν τη θέση μιας "Φραγκοσυριανής", διότι δεν είναι πρωτογενές υλικό.

Το θέμα τίθεται για κάποια καινούργια τραγούδια που είναι πρωτογενές υλικό και το τι θα γίνει με αυτά. Αυτό έχει νόημα σαν ερώτημα. Για παράδειγμα τα τραγούδια του Κραουνάκη, που μπορεί να σου αρέσει μπορεί και όχι, αλλά δεν μπορείς να αρνηθείς πως εδώ και 30 χρόνια είναι παρόντα.

Η καταξίωση σε βάθος χρόνου ίσως έχει να κάνει και με τις προθέσεις των τραγουδιών. Τα τραγούδια που προανέφερες είναι φανερό πως περιέχουν έκφραση συναισθημάτων, δεν προέκυψαν κατόπιν συνταγής μόδας, π.χ. τώρα "τραβιέται" το swing, κάτσε να γράψουμε ένα τέτοιο που θα αρέσει, γιατί υπακούει στο ρεύμα.

Αυτό σίγουρα περιέχεται σαν σκεπτικό. Όσο και αν υπάρχουν πολλοί μερακλήδες που σε αυτές τις διασκευές κάνουν ωραία πράγματα με πνευστά κ.λ.π. Όμως ξαναλέω, η διαφορά είναι πως αυτή η αντιμετώπιση αφορά σε υπάρχον υλικό. Ο Χιώτης, όταν βγήκε, έκανε δικά του τραγούδια με swing ύφος, υπάρχει δομική διαφορά.

Θέλω μετά από την ενδιαφέρουσα αυτή παρένθεση να ξαναγυρίσουμε στη “Μαύρη μπογιά στο Μάρμαρο”. Θεωρείς ότι δημιουργικά είναι η συνέχεια των "Άστεγων", για να καλυφθεί πλήρως μια συγκεκριμένη δημιουργική ανάγκη;

Βεβαίως και υπάρχει και μία δημιουργική συνέχεια μη συνειδητή. Απλώς εκεί ήμουνα, εκεί παρέμεινα σαν επέκταση της κατεύθυνσης που είχα ήδη πάρει. Πρόκειται για μια συνέχεια του ίδιου σκεπτικού μετεξέλιξης των πραγμάτων, γιατί δεν είναι και ρεμπέτικο καθαρό, προσμειγνύεται με στοιχεία country, ειδικά η “Μαύρη Μπογιά” ακόμα και με swing στοιχεία. Ένα από τα τραγούδια στη “Μαύρη Μπογιά”, που τραγουδά ο Νταλάρας, ήταν να μπει στα “Άστεγα”, αλλά δεν συμπεριλήφθηκε, λόγω απόκλισης από το συνολικό στυλ.

Η λογική του στίχου είναι πολύ μέσα στη λογική της απλότητας του ρεμπέτικου.

Πάρα πολύ! Εκεί ήταν που με πυροδότησε ο Λέντζος, γιατί οι στίχοι του είναι τόσο "σπαθί", που με όλο τον ποιητικό σουρρεαλισμό που κάποιοι από αυτούς περιέχουν σε βρίσκουν στο δάξα πατρί. Πολύ διεισδυτικοί και ''to the point”. Ακόμα και αν κάποιους δεν τους καταλαβαίνεις άμεσα, την ψυχούλα σου την ακουμπάνε. Αυτό έχει σημασία.

Μιλώντας για την αισθητική του ρεμπέτικου, ήθελα να ρωτήσω για την επιλογή της μουσικής ταβέρνας “Κληματαριά”, ως χώρου κάποιων χειμερινών προυσιάσεων της δουλειάς αυτής. Επιλογή χώρου πρωτότυπη που μου έκανε εντύπωση.

Θα σου πω ένα στιγμιότυπο που με σημάδεψε: Γύρω στο 2012-13 είχα επισκεφθεί την "Κληματαριά" τυχαία, χωρίς να ξέρω καν ότι έπαιζαν μουσική μέσα. Πήγαμε λοιπόν και έπαιζαν 3 τύποι κιθάρα, μπουζούκι, μπάσο και τραγουδούσαν ρεμπέτικα. Ακούγεται απλό και συνηθισμένο ως σχήμα, αλλά συγκινήθηκα, γιατί έπαιζαν τόσο ωραία, τόσο απλά, χωρίς φτιασιδώματα αλλά με την ουσία του πράγματος.

Τα τραγούδια μπορεί να είναι ωραία αλλά πώς τα παίζεις έχει σημασία. Στο τέλος πήγα και τους μίλησα. Τους είπα: “Παιδιά, πραγματικά με συγκινήσατε πολύ, επειδή τώρα κάνω ένα δίσκο (Τα Άστεγα) και είμαι στην προετοιμασία, αν θέλετε να έρθετε να παίξετε”.

Δέχτηκαν με άκρατο ενθουσιασμό και απάντησαν: “Ναι, μεγάλε, θα 'ρθούμε” και πράγματι έπαιξαν και αποτέλεσαν τη λαϊκή βάση, στην οποία προστέθηκαν από πάνω τα στοιχεία τα αμερικάνικα, πνευστά, ragtime ξεκούρδιστο πιάνο κλπ.

Με αυτά τα παιδιά έχουμε δεσμό αίματος από τότε και παίξαμε και αλλού, όπως στην "Απανεμιά", ειδικά με το Γιαννούση που παίζει μπουζούκι. Ο μουσικός αυτός συμμετείχε ως βασικό στέλεχος και στη “Μαύρη μπογιά στο Μάρμαρο”. Έχοντας ζυμωθεί και ο ίδιος μέσα στο υλικό λοιπόν, που του άρεσε και πάρα πολύ, μου έριξε την ιδέα να κάνουμε παρουσίαση και στην "Κληματαριά". Θεωρώντας το ως πατρίδα το μέρος πλέον είπαμε βέβαια, τί το συζητάμε και να τα παίζουμε και κάθε εβδομάδα μάλιστα, οπότε το πράγμα ήρθε απόλυτα φυσιολογικά.

Αυτή η ιστορία ανατρέπει την ιδέα μου, ότι η επιλογή έγινε από άποψη, για να σπάσουν τα καθιερωμένα στεγανά για το ποιον θεωρούμε χώρο παρουσιάσεων, φαγητού κλπ. Τελικά ήταν υπόθεση βιωματική. Αυτό με διδάσκει ότι για καταστάσεις που παρατηρούμε από μακριά βάζουμε στο μυαλό μας διάφορα πράγματα αυθαίρετα, ενώ οι εξηγήσεις μπορεί να είναι πολύ πιο απλές.

Έπεσες διάνα σε αυτό. Η αλήθεια είναι ότι κι εγώ είχα μια μικρή αμφιβολία, δεν είχε ξαναγίνει κάτι τέτοιο στην "Κληματαριά". Αναρωτιόμουν αν θα πετύχει, γιατί είναι και τα τραπέζια, δεν είναι στο στυλ των παρουσιάσεων που ξέρουμε. Παρόλα αυτά δεν είχαμε κανένα πρόβλημα, ο κόσμος το ευχαριστήθηκε πάρα πολύ. Στην παρουσίαση ήρθαν και οι συντελεστές, ο Νταλάρας, ο Ζερβουδάκης από τη Θεσσαλονίκη... περάσαμε μια πολύ ζεστή βραδιά, είχαμε ωραίο ήχο και όλα καλά.

Στη δουλειά αυτή υπάρχουν καταξιωμένοι ερμηνευτές, όπως ο Γιώργος Νταλάρας και ο Δημήτρης Ζερβουδάκης που αναφέρθηκαν παραπάνω, αλλά και η Αφροδίτη Μάνου. Για αυτούς τους καλλιτέχνες τι άλλο πια να ειπωθεί... Υπάρχουν όμως και δυο νέες φωνές, η Βίκυ Καρατζόγλου και η Νεφέλη Φασούλη, η οποία μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση.

Τη Νεφέλη την ήξερα από πολύ μικρή, από 15-16 χρονών, από το Δημήτρη Μπουζάνη, ένα φίλο μουσικό που τότε ήταν καθηγητής σε ένα σχολείο, στου Ζηρίδη. Με πήγε σε ένα διαγωνισμό και μου είπε: “Άκουσέ την αυτή”. Η Νεφέλη τραγούδησε κάτι μοντέρνα, κάτι jazz κομμάτια εξαιρετικά.

Α, έτσι ξεκίνησε! Και στη δική σου δουλειά έχει τελείως διαφορετικό τρόπο, χρησιμοποιεί λαϊκότροπο ρεμπέτικο στυλ.

Αν την προσέξεις, έχει και swing στοιχεία, γι' αυτό είναι καλή σε αυτό το ύφος που κινείται μεταξύ 2 μουσικών ειδών.... Είναι ένα καταπληκτικό κορίτσι πρέπει να σου πω, ευπροσήγορη, συνεργάσιμη...

Μετά από εκείνη μας τη συνάντηση πέρασαν κανα 1-2 χρόνια και ήρθε, να μας ακούσει στην "Απανεμιά", την ανεβάσαμε και είπε 2-3 ελληνικά τραγούδια και πραγματικά έτριβα τα μάτια μου!

Η εξέλιξή της σαν φωνή ήταν εντυπωσιακή! Έτσι μπήκαμε σε μια ροή συνεργασίας και, όταν ήρθε η ώρα της “Μαύρης Μπογιάς”, της είπα: “Θέλω τώρα εσύ να είσαι η επικεφαλής εδώ πέρα”.

Στη δουλειά συμμετέχει επίσης η Βίκυ Καρατζόγλου, εξαιρετική φωνή και εξαιρετικό κορίτσι. Είναι πολύ μεγάλο πράγμα ο ίδιος ο άνθρωπος, να έχεις μια επαφή και μια σχέση εμπιστοσύνης.

Είναι ο καλώς εννοούμενος επαγγελματισμός.

Ο ανθρώπινος επαγγελματισμός. Να πω ότι όλοι ανεξαιρέτως οι ερμηνευτές που συμμετείχαν στη “Μαύρη Μπογιά στο Μάρμαρο” με τίμησαν με το όνομά τους αλλά και με την ψυχή τους.

Και ο Ζερβουδάκης που ήρθε από τη Θεσσαλονίκη και η Μάνου που είναι φίλη και γειτόνισσά μου και την εκτιμώ βαθύτατα. Ο Γιώργος Νταλάρας και εδώ και ειδικά στην προηγούμενη δουλειά ήταν σχεδόν στρατευμένος, θα έλεγε κανείς. Δεν περίμενα ένας άνθρωπος επί 50 χρόνια κραταιός στο πάλκο να είναι τόσο ανθρώπινος, τόσο κοντινός, τόσο στρατιώτης. Φυσικά, αγάπησε το υλικό μου και αυτό με τιμά πολύ και μου δίνει τεράστια ικανοποίηση, όμως και πάλι δεν είναι αυτονόητο ότι θα αντιδρούσε έτσι.

Θα μπορούσε να δείξει ότι κρατάει κάποια απόσταση, κάποιο τουπέ. Τίποτα από όλα αυτά... Ήταν εκεί, πιστός, "ναι" σε όλα! Κι ακόμα είναι...

Ήταν και μια γενιά τραγουδιστών που είχε με την κουλτούρα του σεβασμού προς το συνθέτη.

Βεβαίως και συνέβαινε αυτό, αλλά τίποτα δεν είναι αυτονόητο ακόμα και σε αυτή τη γενιά...

Τώρα εγώ θα ήθελα να θίξω ένα άλλο θέμα, μιας και μιλάμε για συνθέτες και τραγουδιστές. Ήθελα να καταθέσω ένα παράπονο, ίσως κοινωνικό υπόλοιπο θα μπορούσε να πει κανείς, αυθαιρετώντας λίγο εκφραστικά. Υπήρξε κάποια στιγμή - και ακόμα το βιώνουμε - μια κατευθυνόμενη επέμβαση πάνω στα πολιτιστικά πράγματα του τόπου μας, την οποία πληρώνουμε ακόμα.

Πριν από το '75- '80 γνωρίζαμε κυρίως συνθέτες, π.χ. Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, Ξαρχάκο, Καλδάρα, Πάνου. Από το '80 και μετά γνωρίζαμε μόνο τραγουδιστές. Ο κόσμος έλεγε, π.χ. το τραγούδι του Πανταζή, το τραγούδι της Λίτσας Διαμάντη, της Άντζελας Δημητρίου κ.ο.κ, χωρίς να ξέρουμε ποιος το έγραψε. Αυτό δεν επήλθε τυχαία, αυτό έγινε κατευθυνόμενα.

Αυτό το είχε πει και ο Γιάννης Γλέζος στη συνέντευξη που μου είχε παραχωρήσει παλαιότερα για ένα φαινόμενο που με είχε απασχολήσει κι εμένα. Δηλαδή αναρωτιέσαι κιόλας... τι έγινε, έσπασε το καλούπι που βγάζει καθοριστικούς δημιουργούς τραγουδιού από το '80 και μετά;

Άκου να δεις! Τα πράγματα, πριν από εκείνο το χρονικό σημείο, ήταν σε μια διαμόρφωση, η δισκογραφία δεν είχε βρει ακόμα το βηματισμό της, τι συμφέρει περισσότερο κ.λ.π. Στη δεδομένη στιγμή κατάλαβαν πως ευκολότερα έχεις τους – κατά κάποιο τρόπο πιο «εύκολους» και «ελαφρούς» - τραγουδιστές του χεριού σου, παρά τους δημιουργούς, που είχαν άποψη, αντιδρούσαν, έβγαιναν στις εφημερίδες, είχαν αξιώσεις, ήταν ακριβοί ως προς τις παραγωγές. Και δεν ήταν οι δισκογραφικές μόνο, δε συνέφερε πραγματικά κανέναν, ούτε τους πολιτικούς, ούτε τα ΜΜΕ, ούτε τον κόσμο τον ίδιο, που έφτασε να θέλει να γλεντήσει σε ένα μαγαζί και τέρμα, χωρίς να ασχολείται παραπάνω, έχοντας περάσει πια η εποχή της Χούντας.

Και θέματα ψυχολογίας που έχουν να κάνουν με την λαϊκή κουλτούρα, όπως διαμορφώθηκε πλέον: Ο τραγουδιστής στην πίστα σαν αντικείμενο ταύτισης κλπ κλπ.

Και ήρθε και η καταστροφική δεκαετία του '80 που μούλιασε τον κόσμο στο δανεικό χρήμα και την υποκουλτούρα.

Νομιμοποίηση της υποκουλτούρας!

Εκεί θέλω να καταλήξω. Όλο αυτό αποκλείεται να μην ήταν αριστοτεχνικά αρχιτεκτονημένο και πέτυχε στο έπακρο. Ό,τι δεν πέτυχαν διώξεις, ξερονήσια, εκτελέσεις, χούντες επιτεύχθηκε από τη δεκαετία του '80 και μετά, με απλή εξαγορά.

Και το σύστημα εξελίσσεται...

Βεβαίως και εξελίσσεται. Θα σου δώσω ένα παράδειγμα που, αν το μεγεθύνεις σε όλο το κοινωνικό πλέγμα, θα καταλάβεις τι εννοώ. Από την εποχή που ο Χατζιδάκις είχε το Τρίτο Πρόγραμμα ακόμα και σήμερα φτάνει ο απόηχος του “Τρίτου του Μάνου” σαν μύθος, κάτι σαν το Χρυσό Αιώνα του Περικλή , ένα τέτοιο πράγμα.

Ο Χατζιδάκις, με τη βοήθεια του Καραμανλή τότε, φυσικά, είχε ένα μεγάλο προϋπολογισμό, για να φτιάξει ένα μεγάλο στούντιο για τις ορχήστρες, στερεοφωνική εκπομπή σε όλη την Ελλάδα. Όλη αυτή η υποδομή, που ήταν μπροστά ακόμα και για τα δεδομένα της Ευρώπης τότε, πάρθηκε από το Τρίτο Πρόγραμμα και πήγε στο Δεύτερο Πρόγραμμα.

Το Τρίτο Πρόγραμμα απέμεινε με ένα μονοφωνικό πομπό που εξέπεμπε με περιορισμένη εμβέλεια στην Αττική, ενώ το Δεύτερο εξέπεμπε παντού. Το Δεύτερο τότε, ελλείψει και των ιδιωτικών σταθμών, έπαιζε ό,τι πιο σκυλάδικο μπορείς να φανταστείς. Υπήρχε και πριν, αλλά δεν του έδιναν πολλή σημασία, το Τρίτο Πρόγραμμα ήταν το “καλό”. Το γεγονός αυτό ανέστρεψε τελείως το υπόβαθρο που είχε δημιουργηθεί.

Μου φαίνεται απίστευτο όλο αυτό σε σχέση με τη φυσιογνωμία της σημερινής Ελληνικής Κρατικής Ραδιοφωνίας..... Μιλώντας για χαμένες παρακαταθήκες, εγώ πρωτογνώρισα έργα σου από συναυλία της "Ορχήστρας των Χρωμάτων", που δεν υπάρχει πια, δυστυχώς. Θέλω να μου κάνεις ένα σχόλιο για το πώς κινούνται οι μεγάλες ορχήστρες στην Ελλάδα. Μιλήσαμε για τα τραγούδια αλλά και η ορχηστρική μουσική είναι ένα σημαντικό κομμάτι της δημιουργίας με δυσκολία προβολής στη χώρα μας.

Οι ορχήστρες είναι πιο ακριβό μέσο και είναι δύσκολο σαν δημιουργός να έχεις πρόσβαση συχνά σε αυτές. Δεν μπορώ να πω, βέβαια, ότι δε γίνονται και πράγματα.

Η ΕΡΤ πλέον έχει καλλιεργήσει ένα κλίμα υποστήριξης νέων ανθρώπων και στις ενορχηστρώσεις και στις εκτελέσεις πρωτότυπων έργων υπάρχει μια τέτοια διάθεση, βλέπω και την Ορχήστρα της Λυρικής να εισχωρεί σιγά σιγά σε αυτό το χώρο, με τον Κουμεντάκη που είναι πολύ καλός και ανήσυχος σε αυτά τα πράγματα (σημ: Γιώργος Κουμεντάκης, διακεκριμένος συνθέτης ,καλλιτεχνικός διευθυντής της ΕΛΣ). Δημιουργούνται, δε, κάποιες νέες ορχήστρες, όπως η “MOYSA”, στη Θεσσαλονίκη.

Τη συγκεκριμένη τη διηύθυνα 2 φορές, μια στο Ηρώδειο και μία στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. Παιδιά μικρά, 18-22 χρονών, που δεν έχεις τόσες αξιώσεις και απαιτήσεις κι όμως έχουν ένα υψηλό επίπεδο! Μου άρεσε πάρα πολύ! Νομίζω ότι θα έχουμε μια καλή εξέλιξη των πραγμάτων.

Στο Ηράκλειο δημιουργείται τώρα το Μέγαρο, έχουν κάνει μια ορχήστρα νέων που σιγά σιγά εδραιώνεται.

Οι απόπειρες φαίνονται ίσως λίγο σποραδικές και σε αρχικό στάδιο αλλά νομίζω θα καρποφορήσουν, καλά θα πάμε. Τα “Χρώματα” βέβαια, ήταν μια απώλεια μεγάλη, πρώτα απ' όλα, γιατί εμπεριείχαν το σπόρο του Χατζιδάκι, το πνεύμα εκείνο που ήθελε να παράξει μουσική εξωσυμβατική, πράγματα που δεν τα ακούμε συχνά, όπως εκείνος ήθελε. Αυτό δυστυχώς θάφτηκε, όταν ήρθαν τα μνημόνια και η έλλειψη χρηματοδότησης.

Κρατώ το ελπιδοφόρο μήνυμα περί νέων φυτωρίων και θέλω να ευχαριστήσω.

Ευχαριστώ κι εγώ, Αρετή!

    ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

    Νίκος Πλατύραχος:«Ό,τι δεν πέτυχαν τα ξερονήσια και οι εκτελέσεις το πέτυχε η δεκαετία του '80 με την απλή εξαγορά»
    Νίκος Πλατύραχος:«Ό,τι δεν πέτυχαν τα ξερονήσια και οι εκτελέσεις το πέτυχε η δεκαετία του '80 με την απλή εξαγορά»
    Νίκος Πλατύραχος:«Ό,τι δεν πέτυχαν τα ξερονήσια και οι εκτελέσεις το πέτυχε η δεκαετία του '80 με την απλή εξαγορά»
    Νίκος Πλατύραχος:«Ό,τι δεν πέτυχαν τα ξερονήσια και οι εκτελέσεις το πέτυχε η δεκαετία του '80 με την απλή εξαγορά»
    Νίκος Πλατύραχος:«Ό,τι δεν πέτυχαν τα ξερονήσια και οι εκτελέσεις το πέτυχε η δεκαετία του '80 με την απλή εξαγορά»
    Νίκος Πλατύραχος:«Ό,τι δεν πέτυχαν τα ξερονήσια και οι εκτελέσεις το πέτυχε η δεκαετία του '80 με την απλή εξαγορά»
    Νίκος Πλατύραχος:«Ό,τι δεν πέτυχαν τα ξερονήσια και οι εκτελέσεις το πέτυχε η δεκαετία του '80 με την απλή εξαγορά»
    Νίκος Πλατύραχος:«Ό,τι δεν πέτυχαν τα ξερονήσια και οι εκτελέσεις το πέτυχε η δεκαετία του '80 με την απλή εξαγορά»
    Νίκος Πλατύραχος:«Ό,τι δεν πέτυχαν τα ξερονήσια και οι εκτελέσεις το πέτυχε η δεκαετία του '80 με την απλή εξαγορά»
    Νίκος Πλατύραχος:«Ό,τι δεν πέτυχαν τα ξερονήσια και οι εκτελέσεις το πέτυχε η δεκαετία του '80 με την απλή εξαγορά»
    Νίκος Πλατύραχος:«Ό,τι δεν πέτυχαν τα ξερονήσια και οι εκτελέσεις το πέτυχε η δεκαετία του '80 με την απλή εξαγορά»
    Νίκος Πλατύραχος:«Ό,τι δεν πέτυχαν τα ξερονήσια και οι εκτελέσεις το πέτυχε η δεκαετία του '80 με την απλή εξαγορά»
    Μοιραστείτε το άρθρο:

    ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΑΡΘΡΟ

    Η πολύπλευρη Ζωή Τηγανούρια

    Σχολιάστε

    ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

    Η «Πρώτη Ακρόαση» ON AIR- Συντονιζόμαστε στο Δεύτερο

    Γράφει η Μίνα Μαύρου Από σήμερα Δευτέρα 15 μέχρι την Κυριακή 21 Ιουλίου θα...

    Συνέχεια

    Εισαγωγή στην ποίηση του Κώστα Βάρναλη

    (To κείμενο που ακολουθεί διαβάστηκε στο Τρίτο Πρόγραμμα από τον στιχουργό Κώστα Φασουλά και είναι βασισμένο στη μελέτη του Γιώργου Πετρόπουλου...

    Συνέχεια

    Η διαχρονική ερμηνεία της Αργυρώς Καπαρού εν έτει 2018

    Γράφει η Μίνα Μαύρου Το τελείωμα κάθε μουσικής χρονιάς, λίγο πριν αρχίσουν οι καθιερωμένες καλοκαιρινές περιοδείες...

    Συνέχεια

    Λίνος Κόκοτος: «Ό,τι αντέχει στο χρόνο δεν χάνεται!»

    (ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ-ΑΦΙΕΡΩΜΑ) Γράφει η Μίνα Μαύρου «...

    Συνέχεια

    H Συμφωνική Ορχήστρα Νέων Ελλάδος

    Το 2011 δημιουργήθηκε η Συμφωνική Ορχήστρα Νέων Ελλάδος (ΣΟΝΕ) με έδρα την Θεσσαλονίκη, από τον τότε 18χρονο...

    Συνέχεια

    Ο Μάνος του Τρίτου

    Γράφει η Μίνα Μαύρου Ημέρα αναχώρησης και συνεπώς μνήμης η 15η Ιουνίου. Είκοσι τρία...

    Συνέχεια

    Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης με 4 σύγχρονους εκφραστές της

    Επισήμως, το 1999 η 21η Μαρτίου θεσμοθετήθηκε ως Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης! Το «Μουσικόγραμμα»...

    Συνέχεια

    Η πολύπλευρη Ζωή Τηγανούρια

    Γράφει η Αρετή Κοκκίνου “Ένα πέπλο τέχνης, υφασμένο με επιτεύγματα,...

    Συνέχεια

    Ο Ηλίας Κατσούλης της καρδιάς μας!

    Γράφει η Μίνα Μαύρου «Αυτούς που χάθηκαν τους βλέπω πιο...

    Συνέχεια